Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα: Η παλλόμενη καρδιά της φύσης στη ζωγραφική της Χρύσας Βέργη

Η Χρύσα Βέργη έχει δώσει το στίγμα της ζωγραφικής της από τις πρώτες της εκθέσεις. Παραμένει και κείνη, όπως και μια συντροφιά από ζωγράφους της γενιάς της, πιστή στις παραδοσιακές αξίες του καμβά, του χρωστήρα, της χρωστικής ύλης, ιδιαίτερα όμως του ελαιοχρώματος. Ανήκει στους τελευταίους και γι’ αυτό προνομιακούς εραστές της τερεβινθίνης, όπως θα έλεγαν σε άλλους καιρούς.

Η Χρύσα Βέργη είναι ζωγράφος της φύσης. Είναι παθιασμένη με τη φύση· με μια φύση λεοναρδική, γεμάτη ενέργεια, κίνηση, ζωντάνια, μια φύση που μεταμορφώνεται αδιάκοπα. Να γιατί η Χρύσα δεν ζωγραφίζει από φωτογραφία. Γιατί η φωτογραφία είναι μια «θανατογραφία», όπως υποστήριξε εύστοχα ο Ρολάν Μπάρτ. Θα μπορούσε λοιπόν να «δολοφονήσει» το στοιχείο εκείνο που βρίσκεται στον πυρήνα των εκφραστικών προθέσεων της ζωγράφου. Ο ιδανικός της στόχος είναι να συλλάβει το γίγνεσθαι, τον δημιουργικό πυρετό, τη ροή των φαινομένων. Βέβαια, ανάλογο ήταν και το ενδιαφέρον των Ιμπρεσιονιστών. Η διαφορά είναι ότι τη Χρύσα Βέργη δεν την συναρπάζουν τα φευγαλέα φαινόμενα, νερά, σύννεφα, ιριδισμοί, φυλλώματα, που προσπαθούσαν να αποτυπώσουν με τη γρήγορη και συγκοπτόμενη πινελιά τους οι ποιητές- ζωγράφοι του λαοφίλητου κινήματος.

Η Χρύσα επικεντρώνεται σε λιγοστά στοιχειακά θέματα. Στα τελευταία της έργα κυριαρχεί ο διάλογος ανάμεσα στο χώμα, τη γη, και το νερό. Όχι τόσο το ανήσυχο υγρό στοιχείο της θάλασσας όσο το στάσιμο νερό των ποταμών και των λιμνών. Εκεί όπου μια αμφίβια βλάστηση, μια αμφίβια ζωή αθέατων αλλά αισθητών μικροοργανισμών πλουτίζει την επιφάνεια με κρυφούς παλμούς· στην παρυφή, στην όχθη, στο σύνορο ανάμεσα στο στερεό και το υγρό, ανάμεσα στη βεβαιότητα του στέρεου και το φόβο του άγνωστου, του ρευστού.
Όπως είχαμε επισημάνει και παλιότερα, η Χρύσα δουλεύει τα έργα της απλωμένα καταγής και όπως θα έκανε ένας φιλόπονος γεωργός, σκύβει για να μελετήσει το θέμα της, να μυρίσει το βρεγμένο χώμα, τον βάλτο, τα βρύα, να αφουγκραστεί τους υπόκωφους κρότους της ζωής που φρικιά κάτω από την επιφάνεια. Για να μεταδώσει την αίσθηση που την πλημμυρίζει, επινοεί τρόπους και τεχνικές που θα τη βοηθήσουν να συλλάβει και να μεταδώσει αργότερα στο θεατή του έργου της αυτή τη μυστική αίσθηση, τη μυστική ζωή. Στη μάχη που δίνει με το άδειο τελάρο συγκαλεί και συναγείρει όλες τις αισθήσεις σε μια πλατωνική συγγυμνασία, που της είναι απαραίτητη για να δημιουργήσει μια εικαστική συστοιχία, με το ζωντανό κομμάτι φύσης που θέλει να αιχμαλωτίσει.
Η θέαση του μοτίβου από πάνω, εξ απόπτου, επιβάλλει μια κατακόρυφη ανάπτυξη της σύνθεσης, που αποκλείει τον ορίζοντα. Έτσι αποφεύγεται η αίρεση της προοπτικής, όπως επιτάσσει άλλωστε η αισθητική του μοντερνισμού, ενώ η ζωγραφική επιφάνεια ταυτίζεται με το μοτίβο. Η ζωγράφος θα επικαλεστεί και θα επιστρατεύσει τη στέρεη καλλιτεχνική της παιδεία, τη μακρά της άσκηση και τη γυμναστική του βλέμματος πάνω στην παλιά και τη νέα ζωγραφική για να μεταστοιχειώσει σε εικόνα ορατή και απτή την αισθητική και αισθητηριακή εμπειρία που βιώνει μπροστά στο μοτίβο. Πύκνωση και αραίωση της ζωγραφικής ύλης, λαζούρες, παστώματα, επικαλύψεις και παλίμψηστα δημιουργούν εικόνες που άλλοτε παραπέμπουν στην παραδοσιακή τοπιογραφία, άλλοτε θυμίζουν την σεληνιακή τοπιογραφία ενός Τάπιες κι άλλοτε πάλι συνδέονται με την χειρονομιακή γραφή ενός Πόλλοκ.

Πράγματι, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί σήμερα πως η νέα παραστατική ζωγραφική επαναλαμβάνει την παλιά. Όχι μόνο οι εικόνες του φυσικού κόσμου άλλαξαν αλλά και ο τρόπος που τις προσλαμβάνουν οι αισθήσεις μεταβλήθηκε ριζικά. Κυρίως όμως άλλαξε η γλώσσα της τέχνης, καθώς ενσωμάτωσε την πολύμορφη και γόνιμη εμπειρία του μοντερνισμού.

Τα χρωματικά σχήματα που κυριαρχούν στα τελευταία έργα της Χρύσας είναι τα γαιώδη της χωματένιας όχθης, τα πελιδνά πράσινα της παρόχθιας βλάστησης, τα χλωρά πράσινα των φυλλωμάτων, οι γαλάζιοι ουράνιοι αντικατοπτρισμοί στην επιφάνεια του νερού, τα λαμπυρίσματα του ήλιου στις κόχες των κυματισμών του. Οι επιβλητικοί πίνακες της Χρύσας Βέργη μας καλούν να βυθιστούμε στη φύση ν’ αφουγκραστούμε την παλλόμενη καρδιά της και να μαντέψουμε τη λανθάνουσα αλλά απειλητική αγωνία της.

Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα
Καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης, Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης

Νοέμβριος 2005

Μοιράσου το