Ο Μεγάλος Νόστος στη ζωγραφική της Χρύσας Βέργη (Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα)

«Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί» Ηράκλειτος (Απ. 123)

Νόστος, επιστροφή, νοσταλγία. Αυτή είναι η λέξη κλειδί· καλύτερα, αυτή είναι η κινούσα Αρχή της νέας τέχνης. ‘Οχι μόνο στον τόπο μας. Αλλά αν συμβαίνει περισσότερο οτον τόπο μας και ενεξήγητο είναι και ευκταίο. Γιατί η φυγή – κι ας ήταν προς το μέλλον – δεν οδηγούσε πουθενά. Από άβυσσο είναι γεμάτη η ψυχή μας. Από την άβυσσο που αφάνισε τα όνειρα, τις ιδεολογίες, τους ήρωες, τα ιδανικά και το χει¬ρότερο, συμπαρέσυρε τη μνήμη τους.

Και πλάι στην άβυσσο της ιστορίας, σύμμετρα και εξίσου απειλητικά, χαίνει η άβυσσος της φυσικής ιστορίας. Κάθε στιγμή, ανεπαίσθητα, ένα κομμάτι του πλανήτη, ένα κομμάτι της δημιουργίας χάνεται, και μαζί μ’ αυτό σβήνει το όνομά του και η μνήμη του. Το όνομα που ο ίδιος ο Αδάμ έδωσε «πάσι τοις κτήνεσι και πάσι τοις πετεινοίς του ουρανού και πάσι τοις Θηρίοις του αγρού», όπως μας διδάσκει η «Γένεσις». Αυτή είναι η δεύτερη και πιο μοιραία έξωση απ’ τον παράδεισο. Από καιρό είχαμε χάσει τα ονόματα. Τα ονόματα που κάθε μεγάλη ποίηση διέσωζε ως κιβωτός: Σολωμός, Κάλβος, Παλαμάς, Σικελιανός, Παπαδιαμάντης -στους ποιητές τον κατατάσσω κι αυτόν – Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης. Διαβάστε σύγχρονους Ελληνες ποιητές. Το ρημαγμένο αστικό τοπίο έχει εξορίσει την φύση από τους στίχους τους. Ευτυχώς όμως κι εκεί έχει σημάνει η ώρα του νόστου. Είναι θαρρώ, η μόνη ελπίδα σωτηρίας.

Δεν φτάνουν τα κινήματα της οικολογίας και του περιβάλλοντος. Ρωτήστε τους οικολόγους αν μπορούν να ταυτίσουν μια βελανιδιά, μια χαρουπιά, μια οξιά, να ξεχωρίσουν μια πορτοκαλιά από μια λεμονιά, να αναγνωρίσουν ένα Θάμνο ελληνικό, να σου περιγράψουν το άνθος και το άρωμά του. Μιλούν αόριστα για το πράσινο που χάνεται. Δεν είναι το πράσινο που χάνεται, αλλά τα γένη και τα είδη που λησμονήσαμε. Η λήθη των ονομάτων υπήρξε το προοίμιο του αφανισμού, το άφωνο σύμβολό του.

Στην ζωγραφική, το προοίμιο της λήθης το έγραψε ο Ιμπρεσιονισμός, αρχίζοντας από το ίδιο το όνομά του. Την εντύπωση, το οπτικό ερέθισμα ζητούσε να αποτυπώσει ο ζωγράφος οτον πίνακά του και όχι την οντο¬λογική ταυτότητα των πραγμάτων. Την ζωγραφική του πνεύματος την διαδέχτηκε η ζωγραφική του βλέμματος. Το επόμενο βήμα, σ’ αυτή την πορεία ήταν η αφαίρεση. Με τρόμο αναλογίζομαι σήμερα τι σήμαινε εκείνη η παθολογική απέχθεια του Μόντριαν προς την φύση, που την είχε ζωγραφίσει ωστόσο στη νεότητά του τόσο εύγλωττα. Γύριζε λένε, τα νώτα του προς το παράθυρο, γιατί τον τάραζε και η θέα ακόμη των δέντρων.

Οι καλλιτέχνες είναι μετρονόμοι και πρόσκοποι του καιρού τους. ‘Ετσι σαν μια ευοίωνη προφητεία, οφείλουμε να ερμηνεύσουμε τον ομόθυμο ίμερο επιστροφής που συναγείρει τους νέους καλλιτέχνες όπως κι αν εκφράζονται· με παραδοσιακούς ή σύγχρονους τρόπους· με πινέλα και χρώματα ή με κατασκευές, περιβάλλοντα και δράσεις. Μάνο επιφανειακά μπορείς να υψώσεις στεγανά ανάμεσά τους. Γιατί σημασία δεν έχει πως εκφράζεσαι αλλά ποιό λόγο, ποιό μήνυμα προσπαθείς να αρθρώσεις και αν τελικά το μήνυμά σου σαρκώνεται σε λόγο τέχνης, σε μορφή με εντελέχεια και πνοή ζώσα.

Με τρυφερότητα και αγωνία παρακολουθώ εδώ κι ενάμισυ χρόνο την Χρύσα Βέργη να φορτώνεται τα σύνεργα της ζωγραφικής και να βυ¬θίζεται σε κάμπους και σταροχώραφα, σε ελαιώνες και πορτοκαλεώνες. Το διάβημα ηχεί παράταιρο και χιμαιρικό. Μα τί έχει ακόμη να απο¬καλύψει η Φύση σ’ ένα νέο ζωγράφο του λήγοντος 20ου αιώνα; Την κρίσιμη απάντηση δεν την περιμένουμε από τα χείλη του καλλιτέχνη, ούτε από την ετυμηγορία του κριτικού, αλλά από τα ίδια τα έργα.

Τα μεγάλα τελάρα της Χρύσας Βέργη ξεδιπλώνουν μπροστά στα μάτια μας μια φύση όχι αόριστη αλλά οντολογικά και υλικά ταυτισμένη. Το έδαφος είναι χρώμα και χώμα. «Ψηλαφείς» την υφή του, την αδρό-τητα, την αντίσταση, την υγρασία, την ξηρότητα. Κορμοί και φυλλώματα, άνθη, κλαριά, στάχυα, καλαμιές, βράχια και πέτρες υποβάλλονται με ενάργεια Θέτοντας σε συν-κίνηση τις ναρκωμένες μας αισθήσεις, ανα¬καλώντας εκείνη την ξεχασμένη αισθητική κατηγορία του Πλάτωνα, την «συγγυμνασία» των αισθήσεων.

Η ζωγράφος βυθίζεται και μας βυθίζει μέσα στη φύση. Με μια κοντινή όραση πουλιού που χαμηλοπετά ή αγρότη που άλλοτε σκύβει για να «Θεραπεύσει» τη γη κι άλλοτε αναβλεμματίζει για ν’ αντικρύσει μέσα από ρίζες και φυλλώματα ένα κομμάτι ουρανού αίθριου ή πορφυρού ανάλογα με την ώρα. Και λέω αγρότη γιατί η ζωγράφος διατηρεί μια σωματική, μια βιωματική επαφή με το Θέμα της, που μεταδίδεται αυτόματα και στον Θεατή της ζωγραφικής επιφάνειας.

Η οπτική γωνία καθορίζει την έκταση, τη μορφή του θεάματος. Τέσσερα τετραγωνικά φυτεμένο χώμα, όσο και η ζωγραφική επιφάνεια. Πουθενά ορίζοντας, πουθενά διαφυγή. Το βλέμμα αιχμάλωτο στα γαιώδη και πράσινα πέρα ως πέρα. Η ψευδαίσθηση είναι παραπλανητική. Μ’ ένα δεύτερο κύτταγμα ανακαλύπτεις μία γραφή χειρονομιακή, ελεύθερη αλλά ελεγχόμενη, που αναπροσαρμόζεται σύμμετρα με τις απαιτήσεις του θέματος, με το είναι της διάρκειας, ή με το γίγνεσθαι της αλλαγής. Με την ακμή της σπάτουλας ζωγραφίστηκαν τα ανεμοδαρμένα στάχυα, με κηλίδες και αποτυπώματα αποδύθηκαν τα ρέοντα φυλλώματα της ελιάς. Η γραφή είναι σύγχρονη, συχνά σχεδόν αφηρημένη. Η αίσθηση όμως γνώριμη, παντοτινή. Το βλέμμα, είναι φανερό, έχει γυμναστεί πάνω σε τρόπους και τεχνικές παλαιών και νέων δασκάλων. Οτι πήρε η ζωγράφος το αφομοίωσε, τό’ κανε ανέκλητα δικό της. Με σιγουριά ρωμαλέα και Θηλυκή. Η Χρύσα Βέργη είναι ζωγράφος με γλώσσα κα¬τακτημένη, προσωπική.
Τα έργα της βρίσκονται σε αρμονική ομολογία με τα έργα των ομο¬τέχνων και ομηλίκων της που ανακαλούν αρχέγονες τελετουργίες της φύσης και της αγροτικής ζωής. ‘Ισως η μόνη διαφορά είναι ότι εδώ αποφεύγεται συστηματικά κάθε είδος συμβολική παραδήλωση. 0 Θεατής καλείται να μοιραστεί το βιώμα της ζωγράφου χωρίς λέξεις κλειδιά και νοηματικούς λαβυρίνθους. Με αμεσότητα αφοπλιστική, που επενεργεί θεραπευτικά πάνω στις ατροφικές αισθήσεις του σημερινού εξόριστου των μεγαλουπόλεων.

5 Δεκεμβρίου 1993
Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα
Καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης
Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης

Μοιράσου το