Fragmenta Laci – Οι ψηφίδες λίµνης της Χρύσας Βέργη (Ανδρέας Βλαχόπουλος)

Από την εποχή που η Χρύσα, φοιτήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών, ζωγράφιζε ένα κυκλαδικό ειδώλιο να κοιτάζει µέσα από τη τζαµαρία τα Εξάρχεια της νεότητάς µας, πέρασαν πολλά χρόνια. Τα αγάλµατα ξαναβγήκαν στον φυσικό τους χώρο, γύρισαν στις λάσπες της ανασκαφικής τους µήτρας και η Χρύσα έτρεξε να τα ζω-γραφίσει (να –γράψει τη –ζωή τους, δηλαδή), όπως στο έργο της µε το γυναικείο άγαλµα στο Δίον, που βλέπω τώρα απέναντί µου.

Τα αγάλµατα ξαναγύρισαν στα Μουσεία (στο Δίον, άλλωστε, εκτίθενται τσιµεντένια αντίγραφα), αλλά η Χρύσα έµεινε στις ιδρωµένες λάσπες των ρυακιών, των ποταµών και των βούρκων. Ούτε ο Κραουνάκης δεν τις µελοποίησε τόσο ωραία…

Σε άλλες χρονιές, σε άλλα οδοιπορικά, τα πινέλα της και οι µουσαµάδες της νότισαν στην αρµύρα του Κορινθιακού, τα χρόνια που ο Θωµάς πρωτοδελφίνευε στη θάλασσα. Ο χρωστήρας της αναζήτησε σκιά. Βρέθηκε να έρπει πίσω από µια κολοκυθιά, να ησυχάζει κάτω από µια γέρικη ελιά, να τσιµπάει σπόρια από τα ρόδια του Παλλαντζά. Και το ταξίδι να πορεύεται µαζί µε τη ζωγράφο του.

Στα ήσυχα νερά και τις λεπτόκοκκες λάσπες του ποταµού την βρήκα να πλένει τα πινέλα της εφέτος. Μου έδωσε ραντεβού στις πηγές του, µε άφησε να δροσιστώ κάτω από τα πλατάνια και να µυρίσω τον λάγνο ίσκιο τους, να ισορροπήσω στη σιδερένια σκάλα του αόρατου στόλου της λίµνης που τα νερά τροφοδοτούσαν γουργουρίζοντας, αλλά σε κανέναν να µην πω “πώς τον λέν’ τον ποταµό”. Έµεινα όσο µπορούσα περισσότερο στις όχθες του… Άφησα την αυγουστιάτικη κάψα µου στις πηγές, πήρα τον δρόµο της πόλης και ήρθα να δω τα έργα της Χρύσας στον κλιµατιζόµενο παρόχθιο χώρο του Βριλησσού. Σ’αυτό το ποτάµι, όµως, δεν φυτρώνουν πεντάτοξα ρωµαϊκά υδραγωγεία.

Σας κούρασα….

Η Χρύσα ζωγράφισε (έγραψε τη ζωή, πάλι) µιας ορεινής υδάτινης λεκάνης, όπου αναβλύζουν οι πηγές ενός ποταµού. Πιάστηκε από το κέντηµα της λιβελλούλας πάνω στο γυαλί του νερού και έφερε τις οµόκεντρες αυτές ρυτίδες στα έργα της. Ρούφηξε τόσο δυνατά την υγρή σκιά κάτω από τη συκιά, που οι µπουρµπουλήθρες των νερών που ανεβαίνουν από τον βυθό άρχισαν να χοροπηδάνε στον βυθό των τελάρων της. Αναψυκτικά έργα –σκεφτείτε το λίγο! Η ζωγράφος αντιλήφθηκε σωστά τον χώρο αυτό ως µήτρα ζωής, ως κρατήρα κοσµογονικής δηµιουργίας, και µέσα από το ελάχιστο βάθος της κρυστάλλινης λεκάνης των πηγών ανέσυρε σπαράγµατα / fragmenta ενός σύµπαντος ιριδισµών, κατοπτρισµών, βυθών και ουρανών. Χωρίς ήχους, γιατί στο σύµπαν εκείνο η ζωή είναι τόσο εκκωφαντική, που ντύνεται σιωπή.

Θα δείτε τίτλους χαριτωµένους στα έργα της έκθεσης. Χαµογελάστε, αν σας φανούν παιγνιώδεις ή τρυφεροί, εκτιµήστε τους όµως σαν ψέλλισµα, ηχοχρώµατα σε ένα τοπίο βουβό, όπου τα χρώµατα αντανακλώνται καλειδοσκοπικά. Σαν τις λέξεις που θα ακούγατε αν σας αφήναµε να µπείτε, και εσείς, στο µυστικό ποτάµι της Χρύσας.

Ψηφίδες ύδατος, ρυτίδες χρώµατος. Shall we dance?

Enjoy!

Ιωάννινα, 3 Σεπτεµβρίου 2010

Ανδρέας Βλαχόπουλος
Επίκουρος Καθηγητής Αρχαιολογίας
Πανεπιστήµιο Ιωαννίνων

Οριακά τοπία συναντούν τον ουρανό µε την γη.
Στα κάτοπτρα της υγρής επιφάνειας.
Ο βυθός προαιώνια αµφίβια µνήµη
µιας αθέατης, αλλά αισθητής ζωής.
Κοσµικοί ψίθυροι. «τα πάντα ρει»
στην παρυφή, στην όχθη, στο σύνορο.
Εικόνες µεταιχµιακές στα δικά µου ξέφωτα,
στο δικό µου σκηνικό παιχνίδι.
Τα χρώµατα αντικαθιστούν τις λέξεις,
που επιστρέφουν στην αρχική σιωπή τους.
Σαν τον πιστό που βλέπει το αθώρητο θαύµα
στα πιο ταπεινά, ζωγραφίζω –
το θαύµα που ξεχάσαµε στην παιδική µας ηλικία.
Το κενό της νοσταλγίας αναπληρώνει– επιτέλους–
η επανασύνδεση.
Αυτός ο «τόπος» είναι ιερός, είναι η επιστροφή.
Η αναζήτηση της παγκόσµιας µητέρας.

Φθινόπωρο 2009, Χρύσα Βέργη

Για όποιον η θάλασσα είναι «τοπίο» –
η ζωή µοιάζει εύκολη και ο θάνατος επίσης.
Αλλά για τον άλλον είναι κάτοπτρο αθανασίας,
είναι «διάρκεια».

(Ελύτης)

…Με εξαίρετη σχεδιαστική ικανότητα και σπάνια χρωµατική ευαισθησία, ή Χρύσα Βέργη µεταφέρει και εικαστικά αναµορφώνει εικόνες µεταιχµιακές εκεί που προβάλλουν στοιχεία της φύσης και ανθρώπινες στιγµές λησµονηµένες.

To φως διαπερνά και διασυνδέει είδωλα κι αντανακλάσεις, επιφάνειες και βάθος, µακρινά χρονικά και κοντινά επεισόδια, των οποίων τα πλάνα θυµίζουν µια αποσπασµατική κινηµατογραφική αφήγηση…

…Ποιητικές νύξεις και αλληγορίες για τα ταπεινά και περιφρονηµένα πού προσδίδουν ωστόσο µια διάχυτη µυσταγωγία σ’ όσα αγκαλιάζει και οικειώνεται το βλέµµα, παρουσιάζονται µε πρωταγωνιστικό ρόλο στα έργα αυτά πού έλκουν άµεσα την προσοχή του θεατή, ταξιδεύοντας τον νου και τις αισθήσεις του πολύ πιο πέρα από την σηµασιολογία πού εντέλλονται.

Αθηνά Σχινά, Kαθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

..Στην τέχνη, το θέµα είναι ένα πρόσχηµα που λίγο ενδιαφέρει. Μια πρώτη ύλη που στο τέλος της δηµιουργίας δεν θα είναι πια αυτό πού ήταν. Αναζητούµε µόνο τη µεταµόρφωση. την υπέρβαση, που θα µεταφέρει το αρχικό υλικό από τον κόσµο των πέντε αισθήσεων στο αχανές πεδίο της ψυχής. Εκεί πού η µνήµη ξέρει να κρατά µόνο το απαραίτητο ερέθισµα, το ελάχιστο εκείνο που σαν το άτοµο του Δηµόκριτου περικλείει και όλο το Σύµπαν.

Αυτό το περιεκτικό και ελάχιστο που προκύπτει µόνο από την προσωπική αλήθεια του καλλιτέχνη είναι που δεν βρίσκουµε πια στον αγοραίο χώρο της τέχνης και κυρίως στην ζωγραφική της εποχής. Γι αυτό και κάθε συνάντηση µαζί του, πολλαπλασιάζει την ζωή µας-αυτό το αίσθηµα ότι οι φόβοι µας, η χαρά µας, η σιωπή και π αµφιβολία µας µοιράζονται και σ’ άλλους. Ένας τρόπος για να υπάρχουµε, για να µην νοιώθουµε µόνοι.

Σ’ αυτήν την τυραννία του αυστηρά προσωπικού-χωρίς ακρότητες, εντυπωσιασµούς και προσωπεία, στην στενωπό της Τέχνης πού συνθλίβει το περιττό και άχρηστο, επιδίδεται η Χρύσα Βέργη. Ξέρει πως η τέχνη της είναι µόνο δρόµος. Η ατραπός που δεν έχει τέλος, που δεν υπόσχεται κάτι, µια θέση οπουδήποτε, ένα λήµµα στο λεξικό της επικαιρότητας. Μόνο µάχες και αναµετρήσεις µε τον πιο σκληρό αντίπαλο. τον εαυτό της…

Αντώνης Κ. Κυριαζάνος

…Η θέαση του µοτίβου από πάνω, εξ απόπτου, επιβάλλει µια κατακόρυφη ανάπτυξη της σύνθεσης, που αποκλείει τον ορίζοντα. Έτσι αποφεύγεται η αίρεση της προοπτικής, όπως επιτάσσει άλλωστε η αισθητική του µοντερνισµού, ενώ η ζωγραφική επιφάνεια ταυτίζεται µε το µοτίβο…

…Πύκνωση και αραίωση της ζωγραφικής ύλης, λαζούρες, παστώµατα, επικαλύψεις και παλίµψηστα δηµιουργούν εικόνες που άλλοτε παραπέµπουν στην παραδοσιακή τοπιογραφία, άλλοτε θυµίζουν την σεληνιακή τοπιογραφία ενός Τάπιες κι άλλοτε πάλι συνδέονται µε την χειρονοµιακή γραφή ενός Πόλλοκ…

Μ. Λαµπράκη Πλάκα, Καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης, Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης

…Η απεικονιστική δεξιότητα είναι µεγάλη και ο θεατής θα µπορούσε να αρκεστεί στην απόλαυση της µαστοριάς, ωστόσο σε δεύτερη ανάγνωση οι ζωγραφιές αναδεικνύουν έναν δυναµικό προβληµατισµό ανάµεσα στο αναγνωρίσιµο και το αφαιρετικό, την «τάξη» και το «χάος», καθώς από πολύ κοντά τα έργα µοιάζουν σχεδόν αφηρηµένα µε πινελιές αυτοδύναµες αλλά και µεταδοτικές, την ίδια στιγµή.

Χάρης Καµπουρίδης, Ιστορικός και Κριτικός Τέχνης, Σημειολόγος, Επικεφαλής του Ινστιτούτου Αρχείων  Νεοελληνικής Τέχνης

Μοιράσου το